Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2009

triturate=ρ. κονιορτοποιώ, ψιλοκοπανίζω
mucilage=ουσ. κολλώδης ουσία παραγόμενη από φυτά, γλίσχρασμα, "κόμμι"

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2009

scrutiny=ουσ. εξονυχιστική έρευνα/εξέταση # αυστηρός έλεγχος: bear scrutiny αντέχω στον έλεγχο # ΦΡ. demand a scrutiny αξιώνω νέα καταμέτρηση ψήφων, αμφισβητώ το αποτέλεσμα εκλογής
promiscuous=ουσ. συνονθυλευματικός, ετερόκλητος, ανομοιογενής: promiscuous mass ετερόκλητη μάζα # που ελευθεριάζει, έκλυτος: promiscuous life έκλυτος βίος
salvage=ουσ. διάσωση, περίσωση (για μεταγενέστερη χρήση κτλ.): salvage value οικον. υπολειμματική αξία # ναυτ. 1. ανέλκυση ναυάγιου, ναυαγιαιρεσία > 2. σώστρα, αμοιβή ναυαγιαιρεσίας
ρ. διασώζω, περισώζω (από καταστροφή, ναυάγιο κτλ.) # προβαίνω σε ανέλκυση ναυάγιου # ανακτώ χρήσιμα υλικά (ναυάγιου κτλ.) για εκμετάλλευση

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2009

omen=ουσ. οιωνός, "σημάδι", προμήνυμα: bad omen κακός οιωνός, κακό σημάδι
Synonyms: augury, auspice, bodement, boding, foreboding, foretoken, harbinger, indication, portent, premonition, presage, prognostic, prognostication, prophecy, straw, warning, writing on the wall
Notes: omen has a negative connotation, a connotation absent from the word augury; generally, augury bodes well for the future, an omen bodes ill
a harbinger is an indication of the approach of something or someone; a messenger is a person who carries a communications or performs an errand; an omen is a sign of something about to happen

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2009

Wounds

Laceration=ουσ. (για σάρκα:) αμυχή, σχίσιμο, ξέσχισμα, χαρακιά: his legs were full of lacerations τα πόδια του ήταν γεμάτα αμυχές


puncture=ουσ. οπή από λεπτό αιχμηρό όργανο, μικρή οπή, τρυπούλα # διάτρηση ελαστικού επίσωτρου και αεροθάλαμου, κν. κλατάρισμα: on the way I've had a puncture στο δρόμο έμεινα από λάστιχο § puncture patch μπάλωμα τρύπας αεροθάλαμου # διάτρηση: puncture voltage τάση διάτρησης μονωτικού υλικού # ιατρ. παρακέντηση


ρ. παρακεντώ: puncture an abscess παρακεντώ απόστημα # (ψιλο) τρυπώ: puncture a balloon τρυπώ μπαλόνι # (για τροχούς οχημάτων:) ξεφουσκώνω (από ή με τρύπημα) τρυπώ: I punctured his front tyres του τρύπησα τα μπροστινά λάστιχα # μτφ. καταρρακώνω, κν. στραπατσάρω": I punctured his ego στραπατσάρισα τον εγωισμό του


abrasion=ουσ. (εκ)τριβή: abrasion between.. τριβή μεταξύ.. # εκδορά, αμυχή: slight abrasions ελαφρές αμυχές # γεωλ. αποξύρηση # ΦΡ. abrasion of coins "φύρα" (φθορά ή απώλεια βάρους) κερμάτων ή νομισμάτων


incision=ουσ. (εν) τομή: surgical incision χειρουργική τομή


contusion=ουσ. ιατρ. κάκωση, μώλωπας: contusions and wounds κακώσεις και τραύματα


purpura=ουσ. παθολ. πορφυρά


petechiae


scald=ουσ. έγκαυμα (από ζεμάτισμα)


ρ. υφίσταμαι έγκαυμα (από υγρό ή ατμό) ζεματίζομαι: I scalded my fingers ζεμάτισα τα δάχτυλά μου # θερμαίνω σε θερμοκρασία που πλησιάζει το σημείο βρασμού, ζεματίζω: I asked her to scald the milk της ζήτησα να φουσκώσει το γάλα # καθαρίζω (μαγειρικά σκεύη κτλ.) με ζεματιστό νερό


morbidity=ουσ. νοσηρότητα


comorbidity=
two or more coexisting medical conditions or disease processes that are additional to an initial diagnosis.


presence of additional conditions with the initially diagnosed illness.


continence=ουσ. (ικανότητα που επιτρέπει την) εγκράτεια (στις σαρκικές απολαύσεις): exemplary continence υποδειγματική εγκράτεια # φυσιολ. εγκράτεια, ικανότητα ελέγχου της αφόδευσης και της ούρησης


exudate=


ουσ. ιατρ. εξίδρωμα


ρ. ιατρ. εξιδρώνω


eschar(otic)=A dry scab or slough formed on the skin as a result of a burn or by the action of a corrosive or caustic substance or by gengrene.


ουσ. φυσιολ. εσχάρα (τραύματος)
επίθ. φυσιολ. εσχαρωτικός


scab(bed)=ουσ. εσχάρα (τραύματος) κν. κάκαδο # σκωρία φυτών # ψώρα ζώων # ιδ. απεργοσπάστης: scab unions φιλεργοδοτικές συνδικαλιστικές οργανώσεις


επίθ. (για τραύμα:) καλυπτόμενος από εσχάρα, κν. κακαδιασμένος # που έχει προσβληθεί από ψώρα, ψωριάρικος


scabies=ουσ. παθολ. ψώρα


slough=


1. necrotic tissue in the process of separating from viable portions of the body.
2. to shed or cast off.


ουσ. δέρμα ή "πουκάμισο" φιδιού, φιδοπουκάμισο # βουρκάρι, βάλτος, τέλμα: slough of despond μαύρη απελπισιά # νεκρό έθιμο κτλ.


ρ. (για νεκρούς ιστούς κτλ.) αποβάλλω, απορρίπτω: I watched the snake sloughing its skin παρατηρούσα το φίδι να αλλάζει πουκάμισο # (στο μπριτζ κτλ.) ξεσκαρτάρω


granulation=ουσ. κοκκοποίηση # δομ. σαγρέ(ς)


Small, fleshy, beadlike protuberances, consisting of outgrowths of new capillaries, on the surface of a wound that is healing. Also called granulation tissue.


protuberance=ουσ. εξόγκωμα


Debridement = the process of removing nonliving tissue from pressure ulcers, burns, and other wounds.




maggot=ουσ. σκουλήκι (κρεατόμυγας)


hosiery=ουσ. κάλτσες # (Ην. Βασ.) (πλεκτά) εσώρουχα (και κάλτσες)
counteract=ρ. αντενεργώ, εξουδετερώνω: this drug counteracts the effects of poisoning η δρόγη αυτή εξουδετερώνει τις επιδράσεις δηλητηρίασης
purulent=επίθ. παθολ. πυώδης
Groin = βουβώνας, βουβωνική χώρα
Fret=
ρ. δυσανασχετώ, δυσφορώ, "τρώγομαι": don't fret! πάψε να τρώγεσαι! # ανησυχώ, χολοσκάω: fret about/over.. χολοσκάω για.. # φθείρω με τριβή: fretted rope φθαρμένο σκοινί # ΦΡ. fret in idleness (ελεύθερη απόδοση:) με τρώει το καθησιό
ουσ. ανησυχία, έγνοια ή δυσαρέσκεια: he's on the fret είναι χολωμένος

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2009

air my laundry out of the window

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2009

weekend voc

convalescence=ανάρρωση, (βαθμιαία) αποκατάσταση της υγείας
parous =having given birth to one or more viable children
post-partum=after pregnancy
post-mortem
hinder
=ρ. επιβραδύνω, (παρ) εμποδίζω, δυσχεραίνω, (παρα) κωλύω: hinder the progress of.. παρακωλύω την πρόοδο τού..
trout=Chiefly British An elderly woman regarded as being silly.
sumptuous=επίθ. δαπανηρός, πολυτελής: sumptuous clothes πολυτελή ενδύματα # λουκούλειος: sumptuous feast πανδαισία, λουκούλειο γεύμα
bucolic=επίθ. βουκολικός, ποιμενικός, αγροτικός # μτφ. ειδυλλιακός
Machiavellism=μακιαβελισμός ο (ουσιαστικό) [ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ :μακιαβελ (από το όνομα του Ν. Machiavelli) -ισμός]

1.η θεωρία του Μακιαβέλι, δηλ. η με κάθε μέσο, ηθικό ή ανήθικο, επιδίωξη της δύναμης και της επιτυχίας του ηγεμόνα ενός κράτους συνώνυμα: φασισμός
2.(συνεκδ.) η σκέψη ή η ενέργεια που συμφωνεί με το δόγμα του Μακιαβέλι
3.(κατ` επέκτ.) η αδίσταχτη και ανήθικη πολιτική
4.(μτφ.) η πονηρή πράξη που δε δεσμεύεται από ηθικούς φραγμούς συνώνυμα: αμοραλισμός.
bromance=http://en.wikipedia.org/wiki/Bromance
drift sand=κινούμενη άμμος
suture=ράμμα
dot com bubble=http://www.google.com/search?q=dot+com&rls=com.microsoft:el:IE-SearchBox&ie=UTF-8&oe=UTF-8&sourceid=ie7&rlz=1I7ADBF_en
trout=
1.
a. Any of various freshwater or anadromous food and game fishes of the family Salmonidae, especially of the genera Salmo and Salvelinus, usually having a streamlined, speckled body with small scales.
b. Any of various similar but unrelated fishes, such as the troutperch.
2. Chiefly British An elderly woman regarded as being silly.