Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2009

listening&learning

animate=επίθ. έμβιος, έμψυχος, ζωντανός: the animate serves the animal το έμβιο εξυπηρετεί το ζώο
inanimate=επίθ. άψυχος: inanimate objects άψυχα αντικείμενα # στερούμενος συνείδησης ή δυνατότητας κίνησης
quell=ρ. καταστέλλω, καταπνίγω: quell an uprising καταστέλλω εξέγερση # καθυποτάσσω, κατασιγάζω: I tried to quell his anxieties προσπάθησα να κατασιγάσω τις ανησυχίες του
bold=επίθ. τολμηρός, θαρραλέος: bold plan τολμηρό σχέδιο § bold enterprise θαρραλέο εγχείρημα # ιταμός, αναιδής, θρασύς: he's bold enough to ask such questions είναι αρκετά θρασύς ώστε να κάνει τέτοιες ερωτήσεις # ευκρινής, ευδιάκριτος: bold outline of.. ευδιάκριτο περίγραμμα τού.. # έντονος: bold stripes έντονες ρίγες # περίβλεπτος, τονισμένος: bold figure of architecture τονισμένο αρχιτεκτονικό στοιχείο # απόκρημνος, απότομος: bold cliff απότομος γκρεμός # τυπ. έντονος, "μαύρος": bold face / type έντονα ή "μαύρα" τυπογραφικά στοιχεία # ΦΡ. as bold as brass ιδ. θρασύτατος § make so bold as to.. παίρνω το θάρρος να.., αποτολμώ να.. § put a bold face on it ιδ. 1. κάνω κουράγιο, κάνω τα πικρά γλυκά > 2. οπλίζομαι με γενναιότητα, αντιμετωπίζω γενναία
bald=επίθ. (για πρόσωπα:) φαλακρός # (για χώρους:) αποψιλωμένος, "γυμνός" # (για ελαστικά επίσωτρα:) εφθαρμένος, φαγωμένος # μτφ. που δεν έχει υποστεί εξωραϊσμό, "αψιμυθίωτος", "ωμός", "ψυχρός": bald statement of facts ψυχρή παράθεση γεγονότων
bug=
ουσ. κορέος, κν. κοριός: the bed was full of bugs το κρεβάτι ήταν γεμάτο κοριούς # (ΗΠΑ) (ασθένεια την οποία προκαλεί) μικρόβιο/ιός: I think I've caught a bug νομίζω ότι άρπαξα μικρόβιο # μανία, τρέλα, πάθος, "βίδα", "μικρόβιο": after his first visit to the casino, he's got the bug μετά την πρώτη του επίσκεψη στο καζίνο, του κόλλησε η μανία # ιδ. (αφανές) ελάττωμα μηχανήματος κτλ.: the programme has a bug το πρόγραμμα έχει ιό # ιδ. κρυμμένο μικρόφωνο παρακολούθησης, "κοριός": plant a bug βάζω κοριό # ΦΡ. fire-bug (το έντομο:) 1. πυγολαμπίδα > 2. μτφ. πυρομανής, εμπρηστής § litter-bug ιδ. άτομο που ρυπαίνει σκορπίζοντας σκουπίδια § moon bug ιδ. τεχνολ. σεληνόχημα, σεληνιακό όχημα § snug as a bug in a rug ιδ. καλοβολεμένος, αραχτός
ρ. ιδ. εγκαθιστώ μικρόφωνο παρακολούθησης, κατασκοπεύω, παρακολουθώ: my office is bugged το γραφείο μου παρακολουθείται με μικρόφωνα # ενοχλώ, δαιμονίζω, βουρλίζω, διαολίζω: stop bugging me! πάψε να με διαολίζεις # ΦΡ. bug off! χάσου! τσακίδια! § bug out ιδ. παίρνω πόδι
bug off=χάσου! τσακίδια!.
bug out=παίρνω πόδι
bugger=ενοχλητικός
set off=αναδεικνύω # αντιπαραβάλλω # αντισταθμίζω # δίνω το έναυσμα # ξεκινώ # προβάλλω # πυροδοτώ # συμψηφίζω # τονίζω
knock out=αδειάζω με κτύπημα # αποκλείω # βγάζω με κτύπημα # βγάζω νοκ-άουτ (στην πυγμαχία και μτφ.) # εξουθενώνω # θέτω εκτός ανταγωνισμού # ξεκάνω
pound=
ουσ. (νομισματική μονάδα:) λίρα: ten-pound note χαρτονόμισμα δέκα λιρών # (μέτρο βάρους ή όγκου:) λίβρα: sold by the pound πωλούμενος με τη λίβρα # περίφρακτος χώρος περισυλλογής αδέσποτων οικόσιτων ζώων: dog pound μάντρα του μπόγια # περίφρακτος χώρος φύλαξης προσωρινά κατεσχημένων οχημάτων, "μάντρα" (της τροχαίας) # ΦΡ. pound sterling (λίρα) στερλίνα § have one's pound of flesh ιδ. παίρνω τα δίκια μου § in for a penny, in for a pound ιδ. όλα για όλα
ρ. καταφέρω βαρύ/ισχυρό πλήγμα, κτυπώ, κν. κοπανώ: did you pound the meat before cooking it? κοπάνησες το κρέας πριν το μαγειρέψεις; § he was pounding at the door κοπανούσε την πόρτα § I pounded my foot on the floor κτύπησα/κοπάνησα το πόδι μου στο πάτωμα # κινούμαι με βαρύ ή βροντερό βήμα: he pounded up and down πηγαινοερχόταν με βαρύ βήμα # θρυμματίζω, συντρίβω, κονιορτοποιώ, κν. ψιλοκοπανίζω: pounded glass κονιορτοποιημένο γυαλί # (για καρδιά:) κτυπώ δυνατά: when I spoke, my heart was pounding όταν μίλησα, η καρδιά μου κτυπούσε δυνατά # σφυροκοπώ: pound a position of the enemy σφυροκοπώ εχθρική θέση # ΦΡ. pound to atoms κονιορτοποιώ § pounded sugar ζάχαρη άχνη
sewage=ουσ. βοθρολύματα, αστικά λύματα: sewage farm ανοικτή δεξαμενή επεξεργασίας βοθρολυμάτων, έκταση λιπασματοποίησης βοθρολυμάτων § sewage system αποχετευτικό δίκτυο § sewage works εγκαταστάσεις καθαρισμού βοθρολυμάτων
plumbing=ουσ. υδραυλικές εργασίες ή εγκαταστάσεις, κν. υδραυλικά: check the plumbing ελέγχω τις υδραυλικές εγκαταστάσεις § I paid the man who did the plumbing πλήρωσα τον άνθρωπο που έκανε τα υδραυλικά
plumb=μόλυβδος
posse=ουσ. καταδιωκτικό απόσπασμα, (εξουσιοδοτημένη) καταδιωκτική περίπολος, κν. παγάνα

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2008

1-16

Its been a long time since I last uploaded a few words here. I have a cold lately and trying to recover I'm bored in the house. I have found my old Vocabulary notebook and I have decided to upload a few words and expressions I like.
spot check= check at random
number plate= πινακίδα αυτοκινήτου
ghost town= a twon that used to be busy but sudden has v.few ppl/activities
death duties=the tax one has to pay on inheritance
to swear at sb=βρίζω dif. to swear (an oath)=ορκίζομαι
P.C.=politically correct
play it by ear=not making any definite plans, just see how things turn out
a sovereign state=country ruled by a king/queen
off the peg=mass produced
go against the grain=go against your principles
grain of salt/sand/rice
keep sth/sb at bay=keep under control
(a)rouse=excite/evoke an emotion,feeling
stay on (after school)=not leave
do sth under your own steam=with no help
wear sb down=keep doing sth until it is unbearable
exacerbated=make sth worse more serious
tableware=dinner service/cutlery
mint=place whre money is made
dwell=live, dwellers
It tickled me= I found it funny
enjoy sth to the full=as much as possible
to be blessed with sth good/health/fortune
the car runs on..=uses
to while away the time=pass the time
do sth with a vengence=in a v.strong way
tedious=boring
sth goes smoothly, far from smooth
lenient vs strict
dissuade=make sb change their mind
take on=be responsible for doing sth
Try as I might=no matter how hard I tried
stew=meat and veg. boiled together
sb may well (decide to) do sth=they are quite likely (to decide) to do sth
sift through sth=look through it/search
catch fire=go on fire
Be that it may=although sth is true the facts don't change
a race against time
the rat race=our busy everyday lives
to be bent on doing sth=to be determined to do sth
hang-man=κρεμάλα
to play havoc on sth=mix everything up.upset it
havoc=great destruction/disorder
reserve=book
smog=νέφος
filthy=extremely dirty
submerge
indulgence=allow sb to have what they want
debris=rubbish and rubble left after a building has beeen demolished or blown up
precarious=dangerous
deposit money in the bank
discard your advice
dwindling=becoming less Our natural resources are dwindling
lingering=feeling or smell that stays. The aroma of the perfume lingered in the room
grubby=dirty
brazen=naughty, shameless
profusion=abundance=plentiful
feudal=lasting disagreement
feigned=pretended she feigned innocence
a cloud with a silver lining=sth bad happens but the end result is good
the eye of the storm=the most dangerous situation
a storm in teacup= have a short intense argument and then be fine
any port in a strom=when you resort to taking any help you can find
cooker=stove
cook=μάγειρας
turn down=refuse
trunks=μπαούλα
great mind think alike, fools error and differ
sth/sb is more of a hinderance than a help
vague=unclear
foolproof=sth that nb can figure out. This is a foolproof alarm system
wintry day (from winter)
cast a ballot=vote
advocate sth= support.encourage an idea
burn down= destroy by fire
respectable (area)= good dif. to respectful=showing respect
pass a law=make/introduce a law
enforce a law= The law was passed but never enforced
to be abound=widespread
pickpockets= stealing from ppl on streer/bus, wallets/money
fall out (with sb)=not speak to them because of an argument
take offence at sth=be upset/annoyed
deciduous trees=one's that shed their leaves
shed some light on the subject
capital punishment=thedeath penalty
corporal punishment
concealed behind sth=hidden
sun ray
ray of light
ultra sound=υπέρηχος
atrocious=v.bad
to have sb on a pedestal=think v.highly of them
pedestal=the base of a statue
tailor=person who makes and repairs men's suits
tray=δίσκος
call off=cancel
hold up=delay
to sue sb=ενάγω, κάνω αγωγή
compensate, claim compensation
shrimps= little prawns
abolish= do away with, get rid of the law
bring sth to a standstill= a complete stop
to be set upon=attack
to be getting on= getting old/late
defy= go against/stand up to You always try to defy me!

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2008

Immunology-Immunity

An important concept= instead of idea


live attenuated viruses
ρ. ισχναίνω, λεπτύνω, αδυνατίζω: attenuated body αδυνατισμένο σώμα # μετριάζω, ελαφρύνω: attenuating circumstances ελαφρυντικά


compromise=
ουσ. συμβιβασμός, συμβιβαστική λύση: they soon reached a compromise δεν άργησαν να καταλήξουν σε συμβιβασμό § historic compromise ιστορικός συμβιβασμός # ενδοτικότητα: silence is a form of compromise η σιωπή είναι μια μορφή ενδοτικότητας # συγκερασμός (δύο παραγόντων): it is obvious that this is a compromise between.. είναι προφανές πως αυτό αποτελεί συγκερασμό μεταξύ..
ρ. προβαίνω σε αμοιβαίες υποχωρήσεις, συμβιβάζομαι: I wanted coffee and she wanted milk, so we compromised on tea εγώ ήθελα καφέ και εκείνη ήθελε γάλα, έτσι συμβιβαστήκαμε σε τσάι # ενδίδω, υποχωρώ: must you always compromise? πρέπει πάντα να ενδίδεις; # δυσφημίζω, εκθέτω (στα μάτια του κόσμου) εκθέτω σε σκάνδαλο ή κίνδυνο: he compromised his good reputation εξέθεσε σε κίνδυνο το καλό του όνομα # απεμπολώ: I refused to compromise my principles αρνήθηκα να απεμπολήσω τις αρχές μου # ΦΡ. compromising position ενοχοποιητική στάση


comprises=composed of

endow=ρ. επιχορηγώ: endow a bed in an orphanage επιχορηγώ κλίνη σε ορφανοτροφείο # προικίζω, προικοδοτώ: nature has endowed her with.. η φύση την έχει προικίσει με.. § amply endow with.. πλούσια προικισμένος με..

eneveloped viruses possess membrane proteins endowed with fusogenic props


cells come equipped with receptors
bac overwhelming host
ρ. κατακλύζω: a mass of water overwhelmed the camp ένας όγκος νερού κατέκλυσε το στρατόπεδο # (για συναισθήματα:) κατακυριεύω, "συνέχω", συνεπαίρνω, συγκλονίζω: he's overwhelmed by dispair τον συνέχει απελπισία # (κατα) συντρίβω, καταβάλλω, κατατροπώνω, "σαρώνω": we were overwhelmed by superior forces μας συνέτριψαν υπέρτερες δυνάμεις
επίθ. ακατανίκητος, ακαταμάχητος: I felt an overwhelming urge to.. ένοιωσα μια ακατανίκητη επιθυμία να.. # σαρωτικός: overwhelming victory σαρωτική νίκη # συγκλονιστικός: overwhelming experience συγκλονιστική εμπειρία


Tcells recognise antigen conjointly with/in association with


phagocytes are widespread throughout tissues


present constitutively

constitutive=επίθ. που έχει το δικαίωμα να προβαίνει σε ενέργειες, ίδρυση, θέσπιση, διορισμούς κτλ., καταστατικός: constitutive committee ιδρυτική επιτροπή # συστατικός, που συναπαρτίζει: constitutive element συστατικό στοιχείο


exquisite specificity=επίθ. εξαίσιος, θεσπέσιος: she has an exquisite figure έχει θεσπέσια σιλουέτα # λεπτοδουλεμένος: exquisite piece of embroidery λεπτοδουλεμένο κέντημα # (για συναισθήματα:) έντονος, βαθύς: exquisite joy έντονη χαρά # (για ιδιοσυγκρασία:) αισθαντικός, "ευαίσθητος" εκλεπτυσμένος: exquisite tastes εκλεπτυσμένα γούστα


elicit=ρ. εκμαιεύω, αποσπώ: elicit a reply εκμαιεύω απάντηση § elicit universal admiration αποσπώ τον γενικό θαυμασμό # προκαλώ την εκδήλωση, φέρω στην επιφάνεια, "αφυπνίζω": elicit the innate sense of justice αφυπνίζω το έμφυτο αίσθημα της δικαιοσύνης


unleash=ρ. εξαπολύω: unleash a nuclear war εξαπολύω πυρηνικό πόλεμο

culminate=ρ. αστρον. μεσουρανώ: the stars culminate when they pass the meridian τα άστρα μεσουρανουν όταν διέρχονται τον μεσημβρινό # μτφ. αποκορυφώνομαι: my career culminated in my appointment as general manager η σταδιοδρομία μου αποκορυφώθηκε με το διορισμό μου ως γενικού διευθυντή # εξελίσσομαι, απολήγω: the incidents culminated in a general uprising τα επεισόδια απέληξαν σε γενική εξέγερση

pathway culminates


culminating info of membrane


IFN-γ essential for orchestrating many aspects of antiviral defenses =instead of coordinating


imflammation encompasses both innate and adaptive immunity
ρ. περιλαμβάνω, διαλαμβάνω: encompass a wide range of subjects περιλαμβάνω ευρύ φάσμα θεμάτων # περιστοιχίζω, περιβάλλω, περικλείω: the city is encompassed by hills η πόλη περιστοιχίζεται από λόφους


Bac breaches hosts defenses


confer=ρ. συνδιαλέγομαι, ανταλλάσσω απόψεις, συσκέπτομαι: they briefly conferred and turned to me κουβέντιασαν για λίγο ιδιαιτέρως και στράφηκαν προς το μέρος μου # απονέμω: confer favour on.. απονέμω εύσημα ειςsε.. § confer holy orders on.. θρησκ. χειροτονώ τον.., εισάγω στις τάξεις της ιεροσύνης τον.. # εκχωρώ, παραχωρώ: he thinks that his position confers the right of ordering me about νομίζει ότι η θέση που κατέχει του παραχωρεί το δικαιώμα να με διατάζει # ΦΡ. confer power of attorney on.. νομ. καθιστώ πληρεξούσιο τον.., εξουσιοδοτώ τον..


act in synergy with =instead of cooperate


collaboration between B+T cell


B-cells require assistance= instead of need help


T cells execute their differentiation


theory stipulates
ρ. ορίζω σαφώς και κατηγορηματικώς, (καθ) ορίζω: stipulate for a reward of.. ορίζω ως αποζημίωση το ποσό των.. # θέτω/τάσσω ως όρο ή προϋπόθεση: the contract stipulates that delivery shall be effected within a month το συμβόλαιο θέτει ως όρο ότι η παράδοση θα πραγματοποιηθεί μέσα σε ένα μήνα # διομολογώ, συνομολογώ, "συμφωνώ": stipulate in writing that.. συνομολογώ εγγράφως ότι..


promiscuity=ουσ. ανηθικότητα, ακολασία, εκτραχηλισμός: sexual promiscuity σεξουαλικός εκτραχηλισμός
promiscuous=ουσ. συνονθυλευματικός, ετερόκλητος, ανομοιογενής: promiscuous mass ετερόκλητη μάζα # που ελευθεριάζει, έκλυτος: promiscuous life έκλυτος βίος


obeys/follows rules


straw = ουσ. (ως μεμονωμένο ή συγκεντρωμένο υλικό:) άχυρο, σκύβαλο: remove the straw from the stable! βγάλε τα άχυρα από το στάβλο! § you have a straw in your hair έχεις ένα άχυρο στα μαλλιά σου # ψίαθος, ψάθα: hat made of straw ψάθινο καπέλο # "καλαμάκι" ρόφησης: I gave him a straw for his drink του έδωσα ένα καλαμάκι για το ποτό του # μτφ. κάτι ασήμαντο ή αναξιόλογο, "σκύβαλο": not worth a straw εντελώς ανάξιος λόγου # ΦΡ. straw-board στρατσόχαρτο, χασαπόχαρτο § straw case "ψάθα" ( πλέγμα) που περιβάλλει φιάλη § straw-coloured αχυροκίτρινος, ξανθοκίτρινος § straw hat ψάθινο καπέλο, ψαθάκι § straw in the wind, a ιδ. οιωνός, προμήνυμα, σημείο των καιρών § straw man 1. σκιάχτρο > 2. ιδ. "αχυράνθρωπος", ενεργούμενο § straw poll/vote ανεπίσημη σφυγμομέτρηση της κοινής γνώμης, πρόχειρη δημοσκόπηση § straw roof αχυροσκεπή § draw straws ιδ. τραβώ ή ρίχνω κλήρους § drowning man will clutch at a straw ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται § that's the last straw! ιδ. ως εδώ και μη παρέκει!

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2008

Thank you Fenton!

Cantankerous=επίθ. εριστικός, κν. καυγατζής: cantankerous husband καυγατζής σύζυγος
επίθ. εριστικός, κν. καυγατζής: cantankerous husband καυγατζής σύζυγος
cantankerousness=oυσ. εριστικότητα: intolerable cantankerousness ανυπόφορη εριστικότητα
Besmirch=ρ. κατασπιλώνω, κηλιδώνω: besmirch the name of.. κατασπιλώνω το όνομα τού..
Ambivalent=επίθ. αμφίθυμος # αμφίσημος # ουσ. ιδ. αμφιφυλόφιλος, μπινές
Implicit=επίθ. αυτονόητος: i obligations αυτονόητες υποχρεώσεις # υποκρυπτόμενος: implicit threat υποκρυπτόμενη απειλή # ολόθυμος, απόλυτος: implicit faith απόλυτη/τυφλή πίστη # ανεπιφύλακτος, "τυφλός": implicit obedience τυφλή υπακοή # κρύφιος, ανεκδήλωτος: implicit desires κρυφές επιθυμίες, κρυφοί πόθοι # ΦΡ. implicit function μαθ. πεπλεγμένη συνάρτηση

from Com. lec&work.

tingle=ουσ. αιμωδία, κνησμός, κν. μυρμήγκιασμα: I felt a tingle in my fingers ένιωσα ένα μυρμήγκιασμα στα δάχτυλά μου # τσούξιμο: the slap left a tingle on my cheek το χαστούκι άφησε ένα τσούξιμο στο μάγουλό μου
ρ. δριμύσσω, κν. τσούζω: my cheek still tigled from the slap το μάγουλό μου έτσουζε ακόμα από το χαστούκι # κνήθω, κν. μυρμηγκιάζω: my fingers tingled with cold τα δάχτυλά μου είχαν μυρμηγκιάσει από το κρύο # ριγώ: tingle with excitement ριγώ από έξαψη
malaise=ουσ. (γενική) αδιαθεσία: inexplicable malaise ανεξήγητη αδιαθεσία # δυσφορία: deeplyfelt malaise among.. έντονη δυσφορία μεταξύ..
fracture=ιατρ. κάταγμα: fracture of the skull κάταγμα του κρανίου, κρανιακό κάταγμα
ρ. σπάζω, θραύω-ομαι: fractured part of a machine σπασμένο εξάρτημα μηχανήματος # υφίσταμαι ή προξενώ κάταγμα: he fractured his skull υπέστη κάταγμα του κρανίου § his bones fracture easily τα οστά του σπάζουν εύκολα # ιδ. προκαλώ ακατάσχετα γέλια: you fracture me! με κάνεις να ξεκαρδίζομαι!
relapse=ρ. υποτροπιάζω, επιδεινώνομαι εκ νέου, κν. "ξανακυλώ": relapse into sin ξανακυλώ στην αμαρτία # ιατρ. υποτροπιάζω, υποστρέφω: relapse into unconsciousness περιέρχομαι εκ νέου σε κατάσταση αναισθησίας
bereavement=ουσ. απώλεια συγγενούς προσώπου: recent bereavement of a brother πρόσφατη απώλεια αδελφού # πένθος: we all sympathise with you in your bereavement όλοι μας συμμεριζόμαστε το πένθος σας
lacks prof. conduct
elicit opinion=
ρ. εκμαιεύω, αποσπώ: elicit a reply εκμαιεύω απάντηση § elicit universal admiration αποσπώ τον γενικό θαυμασμό # προκαλώ την εκδήλωση, φέρω στην επιφάνεια, "αφυπνίζω": elicit the innate sense of justice αφυπνίζω το έμφυτο αίσθημα της δικαιοσύνης
prompt patient to think consequences=
ρ. παρακινώ, παροτρύνω, "ωθώ", προτρέπω: what prompted him to react so violently? τι τον ώθησε να αντιδράσει τόσο βίαια; # υπαγορεύω/υπενθυμίζω κείμενο, ή κινήσεις ρόλου κτλ., κάνω τον υποβολέα: the actor forgot his line and had to be prompted ο ηθοποιός ξέχασε την ατάκα του και χρειάστηκε παρέμβαση του υποβολέα # ΦΡ. prompt a witness νομ. παραπείθω ή υπολαμβάνω μάρτυρα
candid=επίθ. ειλικρινής, κν. ντόμπρος: he's a candid person είναι ειλικρινής άνθρωπος # απερίφραστος, σταράτος: I told him a few candid words του είπα μερικά σταράτα λόγια # ΦΡ. candid camera 1. (φωτογραφικό) στιγμιότυπο, κν. ενσταντανέ > 2. μτφ. σπαρταριστά στιγμιότυπα (της καθημερινής ζωής)

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2008

From alcohol toxicology

Lacrimation =The production, secretion, and shedding of tears. From the Indo-European dakru meaning a tear (from a weeping eye) via the Latin lacrima.

unpalatable=επίθ. δυσάρεστης γεύσης, δύσγευστος: the salad was unpalatable η σαλάτα δεν τρωγόταν # μτφ. που δύσκολα γίνεται αποδεκτός, "δυσκολοχώνευτος": unpalatable views δυσκολοχώνευτες απόψεις

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2008

Words from comment of fenton bailey

Verily=επίρρ. (απαρχ.) αληθώς, όντως, πράγματι
Posthumous=επίθ. μεταθανάτιος: posthumous fame υστεροφημία # που γεννήθηκε μετά το θάνατο του πατέρα του, κν. κοιλάρφανος # (για λογοτεχνικά έργα:) που εκδόθηκε μετά το θάνατο του συγγραφέα
Jilt=ρ. εγκαταλείπω (άσπλαχνα) παρατώ (εραστή): she jilted him after a few months τον παράτησε μετά από μερικούς μήνες
Dividend=ουσ. οικον. (μετοχικό) μέρισμα: cum dividend μετά μερίσματος ή τοκομεριδίου § ex dividend άνευ μερίσματος ή τοκομεριδίου § interim dividend προμέρισμα, προσωρινό μέρισμα # μαθ. διαιρετέος αριθμός