Verily=επίρρ. (απαρχ.) αληθώς, όντως, πράγματιPosthumous=επίθ. μεταθανάτιος: posthumous fame υστεροφημία # που γεννήθηκε μετά το θάνατο του πατέρα του, κν. κοιλάρφανος # (για λογοτεχνικά έργα:) που εκδόθηκε μετά το θάνατο του συγγραφέαJilt=ρ. εγκαταλείπω (άσπλαχνα) παρατώ (εραστή): she jilted him after a few months τον παράτησε μετά από μερικούς μήνεςDividend=ουσ. οικον. (μετοχικό) μέρισμα: cum dividend μετά μερίσματος ή τοκομεριδίου § ex dividend άνευ μερίσματος ή τοκομεριδίου § interim dividend προμέρισμα, προσωρινό μέρισμα # μαθ. διαιρετέος αριθμός
smite=ουσ. κτυπώ, πλήττω, καταφέρω πλήγμα, κρούω, κν. βαρώ, κοπανώ: smite the lyre κρούω τις χορδές της λύρας § when he remembered, he smote his thigh όταν θυμήθηκε, έδωσε μια στο πόδι του # σκοτώνω: smite hip and thigh ιδ. κατασφάζω § smite sb. down φονεύω κάποιον # πατάσσω, "πλήττω", τιμωρώ: he was smitten with blindness επλήγη από τύφλωση # (για συναίσθημα κτλ.) τύπτω: my conscience smote me αισθάνθηκα τύψεις συνειδήσεωςShould God smite me with all of his smiting powers? desecrate=ρ. βεβηλώνω: they desecrated the monument βεβήλωσαν το μνημείοboner=ουσ. ανόητο λάθος, (σοβαρή) γκάφαfringe=ουσ. θύσανοι ή κρόσσια παρυφής, κροσσόπλεγμα # τσουλούφι, φράντζα: fringe reaching down to her eyebrows φράντζα που φτάνει μέχρι τα φρύδια της # παρυφή, άκρη, εσχατιά: fringe of a forest παρυφή δάσους # περιθώριο, κράσπεδο: he lives on the fringe of society ζεί στο περιθώριο της κοινωνίας # μτφ. περιθωριακή ομάδα: lunatic fringe ομάδα εξτρεμιστών # επίθ. ανορθόδοξος, περιθωριακός: fringe theatre πειραματικό θεατράκι # ΦΡ. fringe benefits τυχερά του επαγγέλματος (φιλοδωρήματα κτλ.) § Celtic fringe, the Ουαλία, Κορνουάλη, Σκωτία και Ιρλανδία § mountain fringe (το φυτό:) φουμαρίαfringe extremists riotinglighten up= blowing themselves up=αυτοπυρπολουμαιtantamount=επίθ. ισοδύναμος, ταυτόσημος: his request is tantamount to a command η παράκλησή του ισοδυναμεί με προσταγήbigot=επίθ. (από θρησκευτική ή πολιτική άποψη:) μισαλλόδοξος: religious bigot φανατικός θρησκόληπτοςacid=οξύς, δριμύς, καυστικός: acid remark καυστική παρατήρηση
den=ουσ. (κρυφή) φωλιά ζώου, μονιά: lion's den φωλιά λιονταριού # μτφ. άντρο(ν), κρησφύγετο, "φωλιά" ή λημέρι ύποπτων συναντήσεων: den of iniquity άντρο ακολασίας § den of thieves άντρο λωποδυτών # (ως χώρος ενδιαιτήματος:) μελετητήριο οικοδεσπότη, "ησυχαστήριο", "βιβλιοθήκη" ή δωμάτιο γραφείου: I often retire to my den συχνά αποσύρομαι στο μελετητήριό μουpark is used by older youth as a drink and drug den.pellet=ουσ. σβώλος, βώλος, σφαιρίδιο, μπαλάκι: I threw a paper pellet at him του έριξα ένα χάρτινο μπαλάκι # σκάγι: pellets suitable for birds σκάγια κατάλληλα για πουλιά # βόλι: stray pellet αδέσποτο βόλι # ιατρ. δισκίο, χάπιgirl shot in the arm with plastic pelletsstalk=ρ. βαδίζω υπερήφανα ή μεγαλόπρεπα, "παρελαύνω": he stalked out of the room βγήκε καμαρωτός από το δωμάτιο # (για θηράματα κτλ.) καταδιώκω ύπουλα, "κυνηγώ", ενεδρεύω # (για ασθένεια κτλ.) υφέρπω # ΦΡ. stalking-horse 1. πρόφαση, πρόσχημα > 2. (πολιτευτής:) νεροκουβαλητήςsting=ρ. κεντρίζω, νύσσω, αγκυλώνω, "τσιμπώ": I was stung by a bee με κέντρισε μέλισσα # προκαλώ οξύ πόνο, τσούζω: the burn will sting for a while το έγκαυμα θα τσούζει για λίγο § I meant my words to sting ήθελα τα λόγια μου να τσούζουν # (αμετάβατο:) αισθάνομαι οξύ πόνο, "τσούζω": my hand stung from the burn το χέρι μου έτσουζε από το έγκαυμα # θίγω, "καίω", "τσούζω": his words sting to the quick τα λόγια του τσούζουν § nothing stings like the truth! η αλήθεια είναι μαλώτρα! # ιδ. υπερχρεώνω, "χαρατσώνω": how much were you stung for? πόσα σε χαράτσωσαν;BB gun=a type of air gun designed to shoot projectiles called BB after the Birdshot pellet of approximately the same size. These projectiles are usually spherical but can also be pointed; those are usually used for bird hunting. Modern day BB guns usually have a smoothbore barrel, with a bore diameter and caliber of 0.177 inches (4.5 mm). BB for modern day BB guns are usually steel, plated either with zinc or copper to resist corrosion, and measure 0.171 to 0.173 inches (4.34 mm to 4.39 mm) in diameter. Some manufacturers also still make lead Ball bearings of slightly larger diameter and which are generally intended for use in rifled BB gun barrels, as were formerly used in BB guns. Some Asian companies make plastic BBs for recreation. BB gun barrels are .177 caliber.
Airsoft guns are also commonly referred to as BB guns or pellet guns, as they also shoot spherical projectiles through a smoothbore barrel. However, airsoft "BBs" are 6 mm in diameter (0.24 inches), made of plastic or other non-metallic materials, and are designed specifically to be non-lethal.girl suffered bruizing.girl has been left scarred for life.drift off =change from a waking to a sleeping state; "he always falls asleep during lectures"
drowse off, fall asleep, flake out, nod off, dope off, doze off, drop offzonk out - fall asleep fast, as when one is extremely tired; "after the long drive, we zonked out and slept for 10 hours"she drifts off to sleep because she is distraught after her ordeal.ordeal=ουσ. δοκιμασία, δεινοπάθημα: go through a terrible ordeal περνώ ή υφίσταμαι τρομερή δοκιμασία, δεινοπαθώblood pouring from her facehe was eager to tackle the vandalismfight a losing battle with vandalswell-used facilityswiftly=επίρρ. γοργά, γρήγοραjagged=επίθ. ακανόνιστα αιχμηρός, που χαρακτηρίζεται από κοφτερές προεξοχές, κν. πριονωτός: jagged knife πριονωτό μαχαίριjagged remains of wooden barricadebarricade=ουσ. (πρόχειρο) οδόφραγμα: we set up barricades στήσαμε οδοφράγματαslide=ουσ. γλίστρημα, ολίσθηση, τσούλημα: I've had a slide on the mud γλίστρησα στη λάσπη # επιφάνεια που επιτρέπει ολίσθηση, τσουλήθρα, γλίστρα: children playing on the slide παιδιά που κάνουν τσουλήθρα # πτώση, "υποχώρηση", "διολίσθηση": slide in the value of.. πτώση της αξίας τού.. # φωτογραφική διαφάνεια, σλάϊντ: slide projector συσκευή προβολής διαφανειών # αντικειμενοφόρα πλάκα μικροσκόπιου # τσιμπιδάκι μαλλιών # γεωλ. κατολίσθηση: heavy slides εκτεταμένες κατολισθήσεις # μουσ. ολκός (πνευστού μουσικού όργανου) # ΦΡ. slide door συρτή πόρτα § slide fastener φερμουάρ § slide guide μηχ. ολισθητικός οδηγός, κν. γλισ(σ)έρα § slide-rule μαθ. λογαριθμικός κανόνας § slide valve μηχ. ατμοσύρτης § slide lathe τόρνος κινητής κουκουβάγιας, τόρνος με σεπόρτι § inflatable escape slide γλίστρα επείγουσας εκκένωσης αεροσκάφουςremove the slide which is attracting the older youths. (μαλλον προκειται η για τσουληθρα η για πιστα για κολπα με ποδηλατα/πατινια υποθετω...)forklift truck=περανοφορος ανυψωτηςshatter=ρ. θρυμματίζω, καταθρυμματίζω, κατακερματίζω, κν. σμπαραλιάζω: the explosion shattered the window η έκρηξη θρυμμάτισε το παράθυρο # καταστρέφω, συντρίβω: he shattered my hopes μου συνέτριψε τις ελπίδες μου # (συν) ταράσσω, συγκλονίζω: I was shattered by the news τα νέα με συνετάραξαν # εξουθενώνω: after the climb, we were totally shattered μετά την αναρρίχηση ήμασταν εξουθενωμένοιshattering=επίθ. . συνταρακτικός, συγκλονιστικός: shattering news συνταρακτικές ειδήσειςRUH had been overstretched, as admissions that day were 30% above average.thigh=ουσ. ανατ. μηρός, κν. μπούτι: thigh bone μηριαίον οστούν § fleshy part of the thigh οπίσθια, πισινός
harass=ρ. παρενοχλώ: harass the enemy παρενοχλώ τον εχθρό # κατατρύχω, κατατρέχω, θέτω υπό διωγμό(ν) κν. "φορτώνομαι", "κυνηγώ": it's obvious that he's being harassed by the police είναι φανερό ότι τον κατατρέχει η αστυνομία # ταλαιπωρώ, "βασανίζω", παρασκοτίζω: he looked harassed φαινόταν σκοτισμένοςrecurrence=ουσ. επανάληψη, επανεμφάνιση: recurrence of a problem επανεμφάνιση προβλήματος # ιατρ. υποστροφή, υποτροπή: recurrence of an illness υποτροπή νόσου
wind up=καταλήγωimmiscible=ανεπίδεκτος σύμμιξης, insolublerule of thumb=εμπειροτεχνική μέθοδοςmine=ρ. προβαίνω στην εξόρυξη, (εξ) ορύσσω, "σκάβω": they're mining for gold σκάβουν για χρυσό # αποσπώ με εξόρυξη, "βγάζω": they're loading the mined coal φορτώνουν το κάρβουνο που εξορύχθηκε # σκάβω λαγούμι, υπονομεύω: we're mining the enemy's fort υπονομεύουμε το οχυρό του εχθρού § mine the foundations of.. υποσκάπτω τα θεμέλια τού.. # ναρκοθετώ: mined area στρατ. ναρκοθετημένη περιοχήdata miningerratic=επίθ. ανώμαλος, ακανόνιστος, ακατάστατος, άρρυθμος, σπασμωδικός: erratic pulse ακανόνιστος σφυγμός § erratic life ακτάστατη/άτακτη ζωήmimimum temperature governed by the m.p. of a substance, instead of determinedunhinder=επίθ. απαρακώλυτος, απαρεμπόδιστος, ανεμπόδιστος: unhindered flow απαρεμπόδιστη ροήmesh=ρ. (για γρανάζια κτλ.) εμπλέκω-ομαι, κομπλάρω: the cogs mesh perfectly οι οδοντώσεις κομπλάρουν τέλεια # μτφ. εναρμονίζομαι, συντονίζομαι: my plans mesh with with those of.. τα σχέδιά μου εναρμονίζονται με εκείνα τού.. evenly meshed granules= ισα εναρμονισμενα σωματιδιαensnare=ρ. παγιδεύω, συλλαμβάνω σε παγίδα # μτφ. (κατα) σαγηνεύω, πιάνω στα δίχτυα (γοητείας κτλ.) ξελογιάζωsalvage=ρ. διασώζω, περισώζω (από καταστροφή, ναυάγιο κτλ.) # προβαίνω σε ανέλκυση ναυάγιου # ανακτώ χρήσιμα υλικά (ναυάγιου κτλ.) για εκμετάλλευσηουσ. διάσωση, περίσωση (για μεταγενέστερη χρήση κτλ.): salvage value οικον. υπολειμματική αξία # ναυτ. 1. ανέλκυση ναυάγιου, ναυαγιαιρεσία > 2. σώστρα, αμοιβή ναυαγιαιρεσίας
embolism=Definition
An embolism is an obstruction in a blood vessel due to a blood clot or other foreign matter that gets stuck while traveling through the bloodstream. The plural of embolism is emboli.
Description
Emboli have moved from the place where they were formed through the bloodstream to another part of the body, where they obstruct an artery and block the flow of blood. The emboli are usually formed from blood clots but are occasionally comprised of air, fat, or tumor tissue. Embolic events can be multiple and small, or single and massive. They can be life-threatening and require immediate emergency medical care. There are three general categories of emboli: arterial, gas, and pulmonary. Pulmonary emboli are the most common.Arterial embolism
In arterial emboli, blood flow is blocked at the junction of major arteries, most often at the groin, knee, or thigh. Arterial emboli are generally a complication of heart disease. An arterial embolism in the brain (cerebral embolism) causes stroke, which can be fatal. An estimated 5–14% of all strokes are caused by cerebral emboli. Arterial emboli to the extremities can lead to tissue death and amputation of the affected limb if not treated effectively within hours. Intestines and kidneys can also suffer damage from emboli.Gas embolism
Gas emboli result from the compression of respiratory gases into the blood and other tissues due to rapid changes in environmental pressure, for example, while flying or scuba diving. As external pressure decreases, gases (like nitrogen) that are dissolved in the blood and other tissues become small bubbles that can block blood flow and cause organ damage.Pulmonary embolism
In a pulmonary embolism, a common illness, blood flow is blocked at a pulmonary artery. When emboli block the main pulmonary artery, and in cases where there are no initial symptoms, a pulmonary embolism can quickly become fatal. According to the American Heart Association, an estimated 600, 000 Americans develop pulmonary emboli annually and 60, 000 die from it.
A pulmonary embolism is difficult to diagnose. Less than 10% of patients who die from a pulmonary embolism were diagnosed with the condition. More than 90% of cases of pulmonary emboli are complications of deep vein thrombosis, blood clots in the deep vein of the leg or pelvis.http://www.answers.com/topic/embolismDefinition
Pulmonary embolism is an obstruction of a blood vessel in the lungs, usually due to a blood clot, which blocks a coronary artery.
Description
Pulmonary embolism is a fairly common condition that can be fatal. According to the American Heart Association, an estimated 600,000 Americans develop pulmonary embolism annually; 60,000 die from it. As many as 25,000 Americans are hospitalized each year for pulmonary embolism, which is a relatively common complication in hospitalized patients. Even without warning symptoms, pulmonary embolism can cause sudden death. Treatment is not always successful.
Pulmonary embolism is difficult to diagnose. Less than 10% of patients who die from pulmonary embolism were diagnosed with the condition. It occurs when emboli block a pulmonary artery, usually due to a blood clot that breaks off from a large vein and travels to the lungs. More than 90% of cases of pulmonary embolism are complications of deep vein thrombosis, blood clots from the leg or pelvic veins. Emboli can also be comprised of fat, air, or tumor tissue. When emboli block the main pulmonary artery, pulmonary embolism can quickly become fatal.
http://www.answers.com/topic/pulmonary-embolismcongestive=επίθ. φυσιολ. που ανήκει ή αναφέρεται στην υπεραιμία ή τη συμφόρηση, υπεραιμικός, συμφορητικόςcachexia= Physical wasting with loss of weight and muscle mass caused by disease. Patients with advanced cancer, AIDS, and some other major chronic progressive diseases may appear cachectic. Cachexia is a wasting syndrome that causes weakness and a loss of weight, fat, and muscle. Anorexia (lack of apppetite) and cachexia often occur together. Cachexia can occur in people who are eating enough, but who cannot absorb the nutrients. Cachexia is not the same as starvation. A healthy person's body can adjust to starvation by slowing down its use of nutrients, but in cachectic patients, the body does not make this adjustment.malaise=ουσ. (γενική) αδιαθεσία: inexplicable malaise ανεξήγητη αδιαθεσία # δυσφορία: deeplyfelt malaise among.. έντονη δυσφορία μεταξύ.. smear=ουσ. κηλίδα, λεκές: smear of paint κηλίδα μπογιάς # (ηθικός) σπίλος, "ρετσινιά": smear campaign εκστρατεία σπίλωσης υπολήψεων # (για μικροσκοπικές εξετάσεις:) επίχρισμα: cervical smear διαγνωστικό επίχρισμα τραχήλου μήτραςtransient=επίθ. πρόσκαιρος, προσωρινός, παροδικός, βραχύβιος, εφήμερος: transient success εφήμερη επιτυχία
pitch=ουσ. πίσσα, κν. κατράμι: pitch coal πισσάνθρακας § pitch-black κατάμαυρος # χώρος διεξαγωγής αθλοπαιδιάς, κν. γήπεδο: football pitch ποδοσφαιρικό γήπεδο # ρίψη, εκσφενδόνιση, βολή (μπάλας κτλ.): you must improve your pitch πρέπει να βελτιώσεις τις βολές σου # (βαθμός στον οποίο παρατηρείται) κλίση επιφάνειας, κατωφέρεια ή ανωφέρεια: pitch of a slope κλίση πρανούς # χώρος άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, κν. πόστο, στέκι: he has a regular pitch in the market έχει μόνιμο πόστο/στέκι στη αγορά # τόνος φωνής ή ήχου: the pianist gave the pitch ο πιανίστας έδωσε τον τόνο # εκθειασμός προσέλκυσης αγοραστή, διαφήμιση, κν. "παρλάτα": he gave me his usual sales pitch μου έκανε τη συνηθισμένη παρλάτα # βαθμός έντασης: feelings had reached such a pitch that.. τα συναισθήματα είχαν φθάσει σε τέτοια ένταση ώστε.. # ανώτατος βαθμός, (άκρο) άωτο, αποκορύφωμα: pitch of perfection αποκορύφωμα της τελειότητας # μηχ. "βήμα" (γραναζιού, έλικας κτλ.): variable pitch μεταβλητό βήμα § pitch-wheel γρανάζι # ναυτ. προνευστασμός, κν. σκαμπανέβασμα # (στη γλωσσολογία:) ύψος φωνής: pitch contour προσωδιακή καμπύλη # ΦΡ. pitch-pipe μουσ. πνευστή quarrel=ουσ. διαπληκτισμός, διένεξη, καβγάς/καυγάς: incessant quarrels αδιάκοποι καυγάδες # αιτία διαπληκτισμού ή διένεξης, "προηγούμενο": I have no quarrel with them δεν έχω προηγούμενα μαζί τους # ΦΡ. quarrel over the bishop's cape! (ελεύθερη απόδοση:) περί όνου σκιάς! § domestic quarrels εσωτερικές έριδες § family quarrels οικογενειακοί καυγάδες § fight sb's quarrel for him αγωνίζομαι για την υπόθεση κάποιου, υπερασπίζομαι τις θέσεις κάποιου § pick a quarrel with.. στήνω καυγά με.. undoubtedly=doubtlesslyput off="απωθώ" # "κατεβάζω" # αναβάλλω # αποβιβάζω # δημιουργώ αρνητικές εντυπώσεις # διαταράσσω την αυτοσυγκέντρωση # περισπώ την προσοχή # προκαλώ περισπασμό # σκοτίζω.put off a payment =αναβάλλω πληρωμή.put off till Doomsday / doomsday = αναβάλλω επ' αόριστο # ματαιώνω # παραπέμπω στις καλένδεςput off! ="σβήνω" # θέτω εκτός λειτουργίαςpain in the neck =κακός μπελάς # τσάμικος ταμπάκος, κακός μπελάςcharge= swoop(police)=attack=assault= έφοδοςwaterfall=καταρράκτηςwet-through= a lot wetrevolve= earth moves around its axissizeable= used for physical size the no of students wanting to take the exam is sizeablespring up= develops quickly, suddentlycourse of historythunder=ρ. βροντώ, μπουμπουνίζω: it thundered all night μπουμπούνιζε όλη νύχτα # μτφ. κινούμαι με ορυμαγδό: the train thundered through the station το τρένο πέρασε από το σταθμό με ορυμαγδό # βροντοφωνώ: he thundered out an order έδωσε μια βροντερή διαταγή # ΦΡ. thunder against.. εκτοξεύω απειλές, μύδρους κτλ. κατά.. § οτιδήποτε αναπάντεχο και οδυνηρό, "αστροπελέκι", "κεραυνός": his resignation came as a thunder η παραίτησή του έπεσε σαν αστροπελέκιlocomotive=επίθ. που ανήκει ή αναφέρεται στην κίνηση στο χώρο, κινητήριος, κινητικός: locomotive faculty κινητική ικανότητα § locomotive power κινητήρια ισχύς # ουσ. άμαξα έλξης συρμών, "ατμομηχανή", κν. λοκομοτίβα: diesel locomotive δηζελάμαξα § electric locomotive ηλεκτράμαξα § steam locomotive ατμάμαξαventure=ρ. επιχειρώ, αποτολμώ: venture out of doors τολμώ να βγώ έξω, τολμώ να ξεμυτίσω # διακινδυνεύω, κν. ρισκάρω: venture a guess διακινδυνεύω ή αποτολμώ πρόβλεψη § venture an opinion αποτολμώ διατύπωση γνώμης # ΦΡ. nothing ventured, nothing gained! (ελεύθερη απόδοση:) αν δεν βρέξεις κώλο δεν τρως ψάρι!ουσ. εγχείρημα, τόλμημα, κν. αποκοτιά, κουτουράδα: risky venture επικίνδυνο εγχείρημα # (χρήματα ή αγαθά επενδυόμενα σε κερδοσκοπική) επιχείρηση: venture capital 1. κεφάλαιο μακροπρόθεσμων και επισφαλών επενδύσεων > 2. αρχικό κεφάλαιο επιχείρησης, κν. σερμαγιά # ΦΡ. at a venture ιδ. στα κουτουρού § desperate venture διάβημα απελπισίας § fire at a venture πυροβολώ στα τυφλά, κν. ρίχνω στα κουτουρού § joint venture νομ., οικον. κοινοπραξίαviaduct=ουσ. κοιλαδογέφυρα, επίστυλη (οδική ή σιδηροδρομική) γέφυραcatch sight of sb/sthstale bread/rolls, also smell of stale cigarattestale=επίθ. (για τρόφιμα κτλ.) μπαγιάτικος: stale bread μπαγιάτικο ψωμί # μτφ. παλιωμένος, παλιομοδίτικος, πολυκαιρισμένος, ξεπερασμένος, "μπαγιάτικος": stale joke μπαγιάτικο ανέκδοτο § stale news μπαγιάτικα νέα # ΦΡ. stale smell 1. μπαγιατίλα > 2. οσμή κλεισούραςrotten fruitsour milkrancid butterset up a business= establish a businessskim= move quickly just above (a surface) without, or only occasionally touching it.graze= ουσ. αμυχή, γρατσουνιά: slight graze ελαφρά αμυχήρ. εκδέρω, (ξε) γδέρνω: I grazed my hand on a nail έγδαρα το χέρι μου σε ένα καρφί # "ψαύω", "ξύνω", περνώ ξυστά: the bullet grazed my head η σφαίρα πέρασε ξυστά από το κεφάλι μου # βόσκω, τρέφομαι με βοσκή: the sheep are grazing on the field τα αρνιά βόσκουν στο λιβάδι # βόσκω, βγάζω σε βοσκή: I sent him to graze the sheep τον έστειλα να βοσκήσει τα αρνιάscrub= rub sth hard in order to clean it (face scrub)blind=επίθ. τυφλός, αόμματος: he was born blind γεννήθηκε τυφλός # μτφ. που δεν αντιλαμβάνεται, "στραβός", "τυφλός": I must have been blind not to realize that.. θα πρέπει να ήμουν στραβός αφού δεν είχα αντιληφθεί ότι.. # που υποκρίνεται πως δεν βλέπει, που εθελοτυφλεί: he's blind to his son's faults κάνει πως δεν βλέπει τα ελαττώματα του γιου του # που στερείται σκοπιμότητας ή λογικής συνέπειας, "τυφλός": the blind forces of nature οι τυφλές δυνάμεις της φύσης # άκριτος, αβασάνιστος, αλόγιστος, "τυφλός": blind hatred τυφλό μίσος § blind obedience τυφλή υποταγή # (για αεροσκάφη κτλ.) που κινείται χωρίς οπτική επαφή (δηλ. με τη βοήθεια οργάνων και μόνο): blind flight τυφλή πτήση # που στερείται ορατότητας: blind corner τυφλή στροφή # προοριζόμενος για τυφλούς: blind school σχολή τυφλών # αδιέξοδος: blind alley αδιέξοδο (παραδρόμι) § ολόκτιστος: blind wall ολόκτιστος τοίχος # ουσ. ειλητό/τυλιχτό υφασμάτινο κτλ. σκίαστρο ή πέτασμα, "ρολό" (παραθύρου κτλ.): raise the blind ανεβάζω το ρολό # πρόσωπο ή πράγμα που χρησιμοποιείται για εξαπάτηση, "καμουφλάζ", "βιτρίνα": his job as a diplomat was a blind for his spying η διπλωματική του ιδιότητα ήταν καμουφλάζ για την κατασκοπευτική του δράση # επίρρ. στα τυφλά: we were flying blind πετούσαμε στα τυφλά # μέχρις αναισθησίας: blind drunk τύφλα στο μεθύσι # ΦΡ. blind as a bat ιδ. θεόστραβος, τελείως τυφλός § blind date ιδ. ραντεβού (ψυχαγωγικής εξόδου) με άγνωστο ή άγνωστη § blind landing τυφλή προσγείωση, προσγείωση χωρίς οπτική επαφή § blind leading the blind τυφλός τυφλόν οδηγεί § blind man's buff (το παιχνίδι:) τυφλόμυγα § blind spot 1. ανατ. ωχρά κηλίς > 2. μτφ. τυφλό σημείο > 3. σημείο για το οποίο υπάρχει προκατάληψη ή άγνοια § blind stitch "γαζί", κρυφή ραφή, πλακοραφή § blind to the world ιδ. αποχαυνωμένος § colour-blind που πάσχει από αχρωματοψία, δαλτωνικός, που πάσχει από δαλτωνισμό § half-blind μισότυφλος § in the country of the blind the one-eyed man is king! στους τυφλούς ο μονόφθαλμος βασιλεύει! § a nod is as good as a wink to a blind horse! ο νοών νοήτω! § sand-blind μισότυφλος § stone-blind θεόστραβος § strike me blind if.. να μη σώσω άν.. § sun blind παραθυρόφυλλο κν. γρίλια, παντζούρι § turn a blind eye to.. εθελοτυφλώ σε.., καμώνομαι πως δεν βλέπω.. § Venetian blinds γρίλιες, περσίδες κν. πατζούριαferocious=επίθ. άγριος, θηριώδης: ferocious beast άγριο ζώο, θηρίο # βιαιότατος: ferocious onslaught βιαιότατη επίθεσηthe kitchen is ferociously cleanmildew=ουσ. (ο μύκητας:) δαυλίτης, ερυσίβη, καπνιά: plants ruined by mildew φυτά κατεστραμμένα από ερυσίβηρ. προσβάλλομαι από μύκητες, μουχλιάζω # προκαλώ μούχλιασμαcurrant cake/bun=σταφιδόψωμοlarder=ουσ. οψοφυλάκιο(ν), κελάρι, χώρος αποθήκευσης τροφίμων # ΦΡ. larder fridge ψυγείο χωρίς καταψύκτηcrumb=ουσ. ψιχίο, ψίχουλο: I swept the crumbs off the table σκούπισα τα ψίχουλα από το τραπέζι # (οτιδήποτε μοιάζει με) ψίχα ψωμιού # μτφ. ψήγμα, μόριο, μικροποσότητα: crumbs of information ψήγματα πληροφοριών # ιδ. βρομιάρης, λεχρίτης: I spanked the little crumb ξύλισα το βρομόπαιδο # ΦΡ. crumb brush βούρτσα τραπεζοκόμου § crumb scoop " φαρασάκι" τραπεζοκόμουρ. θρύβω-ομαι, θρύπτω-ομαι: this cake crumbs easily το κέικ αυτό θρύβεται εύκολα # αφαιρώ την ψίχα (ψωμιού κτλ.) crumble=ουσ. είδος κομπόστας με επίστρωση μίγματος αλευριού, λίπους και ζάχαρης (apple crumble)pine=ουσ. πεύκο: pine gum πευκορητίνη # μτφ. ξύλο πεύκου: made of pine καμωμένος από ξύλο πεύκουrusset=είδος μήλουmusty=επίθ. που έχει τη γεύση ή την οσμή μούχλας, μουχλιασμένος, κν. μπαγιάτικος: grow musty μπαγιατεύω, πολυκαιρίζω § smell musty μυρίζω μπαγιατίλαbuilt-in dressersprinkilng crumbs:sprinkle=ουσ. ράντισμα ή ψιχάλισμα: sprinkle of rain ψιχάλισμα βροχής # επίπασις, κν. πασπάλισμα: sprinkle of sugar πασπάλισμα ζάχαρηςρ. ψεκάζω, ραντίζω: sprinkle the carpet with water ραντίζω το χαλί με νερό # επιπάσσω, κν. πασπαλίζω: he sprinkled sugar on his fruit πασπάλισε ζάχαρη στο φρούτο τουsow=ρ. σπείρω, σπέρνω, "φυτεύω": sow with beans σπέρνω με φασόλια § sow the seed of revolution φυτεύω το σπόρο της επανάστασης § sow the wind and reap the whirlwind! αν σπείρεις άνεμο θερίζεις θύελλα! # ενσπείρω, διασπείρω: sow discord / dissension ενσπείρω διχόνοια, σπέρνω ζιζάνια § sow dragon's teeth ιδ. ενσπείρω ζιζάνια # ΦΡ. sow one's wild oats ιδ. χαραμίζω τα νειάτα μου σε γλέντιαscrap=ρ. απορρίπτω, "πετώ": I told him to scrap the old ticket του είπα να πετάξει το παλιό εισιτήριο # αχρηστεύω, βγάζω σε αχρηστία, πετώ στα άχρηστα: you'll scrap the car in these roads θα βγάλεις το αυτοκίνητο σε αχρηστία σ' αυτούς τους δρόμους # βάζω κατά μέρος, εγκαταλείπω, ματαιώνω: scrap a plan εγκαταλείπω σχέδιοset out="βγάζω" # αποδύομαι (επιδιώκοντας) # διαδηλώνω # διατυπώνω # δραστηριοποιούμαι (επιδιώκοντας) # εκθέτω # εκκινώ # εκστρατεύω # ξεκινώ # παραθέτω # προβάλλωcrockery set out ready for breakfastit is way too cold/hard/easy...to be an automatic pilot= u're not thinking, but doing sth u always doshed= wooden, no electricity, used to store garden toolshut= u can live there for a limited period of timemake fun of sb= take the mickey out of sb= pull sb's legshrick=loud screamalleyway= v.narrow road, not path though, cause usually buildings on sidesrabbit warren=maze=labyrinth=all buldings look aloke=δαίδαλος, λαβύρινθος dubious=επίθ. αβέβαιος, αναποφάσιστος: I'm dubious as to what we should do είμαι αναποφάσιστος ως προς το πρακτέο # ύποπτος, που εμπνέει υποψίες ή ενδοιασμούς, "αμφιλεγόμενος": his background is dubious το παρελθόν του είναι ύποπτο # αμφίβολος, αμφισβητήσιμος: dubious advantage αμφίβολο πλεονέκτημα # διστακτικός: dubious expression διστακτικό ύφος # άδηλος, άγνωστης ή αβέβαιης έκβασης, αξεκαθάριστος: the results of the research will remain dubious for years τα αποτελέσματα της έρευνας θα παραμείνουν αξεκαθάριστα για χρόνια # ΦΡ. dubious light μισοσκόταδο, αμφιλύκη § dubious reputation αμφίβολη φήμη ή περιωπή § of dubious character αμφιβόλου χαρακτήραhe is a big cheeze= he has an important position, he has powerconflict=strong disagreementto have a confrontation with sb= to be confrontational= agressive ≠ positiveencounters=meetings=gatheringsrobust= strongoutspoken=επίθ. ελευθερόστομος, ευθαρσής, κν. σταράτος: he's outspoken in his remarks τα σχόλιά του είναι σταράταlet off steam= express anger="ξεθυμαίνω" # (ξεσπώ και) ξεθυμαίνω # δίνω διέξοδο σε εκρηκτικά συναισθήματαblunt=impolite, directive ( give me ur book, instead of pls can u give me ur book?)blunt≠sharpspill the beans= to tell a secret that you're not supposed to tell anyonecontractions: i'll, i've