Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2010

potty=
επίθ. ασήμαντος, κν. του σωρού, παρακατιανός: he works for a potty little company εργάζεται σε μια ασήμαντη εταιρία # ιδ. ανισόρροπος, βλαμμένος, λοξίας: don't pay attention to what he says, he's potty! μη δίνεις προσοχή σ' αυτά που λέει, είναι βλαμμένος! # ουσ. καθοικάκι νηπίου, κν. γκιογκιό # ΦΡ. potty little job ευκολώτατη δουλειά, "παιγνιδάκι" § potty mouth βρομόστομος, βωμολόχος § potty on/over.. ιδ. ξετρελαμένος με.. § go potty ιδ. χάνω τα λογικά μου

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2010

gravy=ουσ. μαγειρ. (ζωμός με τον οποίο παρασκευάζεται) σάλτσα κρέατος: gravy -boat σαλτσιέρα
coercion=ουσ. εξαναγκασμός, καταναγκασμός: pay under coercion πληρώνω με άσκηση εξαναγκασμού § coercion Act νομ. Αναγκαστικός Νόμος
tingle=ουσ. αιμωδία, κνησμός, κν. μυρμήγκιασμα: I felt a tingle in my fingers ένιωσα ένα μυρμήγκιασμα στα δάχτυλά μου # τσούξιμο: the slap left a tingle on my cheek το χαστούκι άφησε ένα τσούξιμο στο μάγουλό μου
ρ. δριμύσσω, κν. τσούζω: my cheek still tigled from the slap το μάγουλό μου έτσουζε ακόμα από το χαστούκι # κνήθω, κν. μυρμηγκιάζω: my fingers tingled with cold τα δάχτυλά μου είχαν μυρμηγκιάσει από το κρύο # ριγώ: tingle with excitement ριγώ από έξαψη

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2010

paucity=ουσ. ένδεια, έλλειψη, "στενότητα", ανεπάρκεια: paucity of evidence ανεπάρκεια αποδεικτικών στοιχείων

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2010

obnoxious=
επίθ. απαράδεκτος, απεχθής, αντιπαθητικός: obnoxious conduct απαράδεκτη συμπεριφορά # επιβλαβής, βλαβερός: obnoxious substance βλαβερή ουσία # δυσάρεστος, ενοχλητικός: obnoxious smell δυσωδία, κακοσμία

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2009

piddly=small
kerfuffle (curfuffle, kafuffle, gefuffle)=disorder, commotion
work your socks off = to work very hard (informal)

nag= ρ. επιτιμώ ή γκρινιάζω συνεχώς, κν. μουρμουρίζω: nagging wife γκρινιάρα σύζυγος # προκαλώ έμμονη ενόχληση: nagging pain επίμονος πόνος

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2009

Pedestal=
1. An architectural support or base, as for a column or statue.
2. A support or foundation.
3. A position of high regard or adoration.
tr.v. ped·es·taled or ped·es·talled, ped·es·tal·ing or ped·es·tal·ling, ped·es·tals
To place on or provide with a pedestal.

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2009

triturate=ρ. κονιορτοποιώ, ψιλοκοπανίζω
mucilage=ουσ. κολλώδης ουσία παραγόμενη από φυτά, γλίσχρασμα, "κόμμι"